Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «φουρνόξυλο»

320 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 1 μήνα
μ ({{clear}} μείον 2 κενές γραμμές στις μεταφράσεις)
 
=={{-el-}}==
{{προσχέδιο}}
 
{{el-κλίση-'σίδερο'}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < [[{{πρόσφ|φούρνος]] + [[|-ο-|ξύλο]]}}
 
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}
* [[ειδικό]] [[πεπλατυσμένος|πεπλατυσμένο]] και [[λεπτός|λεπτό]] [[ξύλο]] με μακριά [[λαβή]], με το οποίο ο [[φούρναρης]] / [[αρτοποιός]] [[φουρνίζω|φουρνίζει]] και [[ξεφουρνίζω|ξεφουρνίζει]] τα [[ψωμί|ψωμιά]] ή τα [[φαγητά]]
* Το μακρύ ξύλο με το οποίο μετακινούν τα ψωμιά στους επαγγελματικούς φούρνους οι αρτοποιοί
 
===={{συνώνυμα}}====
* [[φουρνόφτυαρο]]
* [[φουρναρόφτυαρο]]
* [[φουρναρόξυλο]]
{{clear}}
===={{μεταφράσεις}}====
<!-- * {{tr}} : {{τ|tr|ΧΧΧ}} -->
<!-- * {{fi}} : {{τ|fi|ΧΧΧ}} -->
 
{{μτφ-τέλος}}