Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «κινέω»

8 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 1 μήνα
 
# κάνω κάτι να [[κινώ|κινηθεί]], [[σπρώχνω]], [[ανακινώ]],
# [[διαταράσσω]], [[διεγείρω]] [[ωθώ]], [[παρακινώ]], παρορμώ κάποιον σε ενέργεια, παράγω, [[προκαλώ]]
# [[συνουσιάζομαι]], [[γαμώ]] <ref>Bain, David. “Six Greek Verbs of Sexual Congress ([[βινῶ]], κινῶ, [[πυγίζω]], [[ληκῶ]], [[οἴϕω]], [[λαικάζω]]).” The Classical Quarterly, vol. 41, no. 1, 1991, pp. 51–77. JSTOR, [https://www.jstor.org/stable/639023]. Πρόσβαση 29 May 2021. </ref>
 
===={{μορφές}}====
*[[κινητικός]],ή,όν
*[[κινητός]],ή,όν
*τοτό [[κίνητρον]] (π.χ. η κουτάλα, ο μοχλός)
*[[κινητέος]],α,ον