Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «πνῖγος»

4 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 1 μήνα
* όρος αναφερόμενος στο αρχαίο {{θεατρ|0=-}}: [[πνίγος]], τμήμα της «[[παράβαση|παράβασης]]» στην αρχαία κωμωδία, το οποίο εκφέρεται [[απνευστί]], χωρίς σταμάτημα, με γρήγορη εκφορά (που σε πνίγει γιατί δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα)
*:{{παράθεμα}} ''τάχα δὴ καὶ τὴν ἀναπνοὴν ὅλως τὸ πνῖγος κωλύει, ὅθεν καὶ '''πνῖγος''' ὠνομάσθη· πνίγεται γὰρ καὶ πνιγομένῳ ὅμοιός ἐστι ὁ μὴ δυνάμενος ἀναπνεῖν'' (Θεόφραστος απόσπ. 10.2<ref name="kakr">Φ. Ι. Κακριδής, Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός, Αρχαία Ελληνική Κωμωδία, Β7. Παράβαση [https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/encyclopedia/comedy/page_013.html]</ref>)
* αποπνικτική [[ζέστη]]
*:{{παράθεμα}} ''ἐν κοίλῳ χωρίῳ ὄντας καὶ τὸ '''πνῑγος''' ἔτι ἐλύπει διὰ τὸ ἀστέγαστον'' (Θουκυδίδης 7, 87)