Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «όργανο»

3 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 2 μήνες
μ
Προσθήκη κενού «ευτυχώς»
μ (Προσθήκη κενού «ευτυχώς»)
 
=={{-el-}}==
{{el-κλίσκλίση-'πρόσωπο'}}
==={{ετυμολογία}}===
'''{{PAGENAME}}''' < {{αρχ}} [[ὄργανον]] < {{ιε}} *''werǵ''- ([[εργάζομαι]], [[δημιουργώ]])
# (''βιολογία'') σύνολο ιστών που αποτελούν οργανική ενότητα και επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία σε έναν ζωντανό οργανισμό
#: ''το μάτι είναι το '''όργανο''' της όρασης'
#: ''η σφαίρα ευτυχώςδενευτυχώς δεν έπληξε κανένα ζωτικό '''όργανο''' του θύματος''
# (''μουσική'') αντικείμενο που με τον κατάλληλο χειρισμό μπορεί να παραγάγει μουσικούς φθόγγους
#: ''ξέρει να παίζει πιάνο, αλλά και κιθάρα και άλλα έγχορδα '''όργανα'''''