άρση: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

99 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 2 έτη
→‎Μεταφράσεις: upbeat /ˈʌpbiːt/ noun (in music) an unaccented beat preceding an accented beat. adjectiveINFORMAL cheerful; optimistic. "he was upbeat about the company's future"
(προσθήκη: συγγενική λέξη: «αίρω»)
(→‎Μεταφράσεις: upbeat /ˈʌpbiːt/ noun (in music) an unaccented beat preceding an accented beat. adjectiveINFORMAL cheerful; optimistic. "he was upbeat about the company's future")
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό
 
{{μτφ-αρχή|μουσικός όρος}}
* {{en}} : λείπει μία λέξη, {{τ|en|upbeat}}, ''περίφραση'': unaccented beat
* {{fr}} : {{τ|fr|antécédent}} (''οργανική μουσική'') (''αντώνυμο'' : conséquent), {{τ|fr|arsis}} (''χορογραφία'') (''αντώνυμο'' : thesis), {{τ|fr|levé}} (''ορχήστρα'') (''αντώνυμο'' : battu))
 
Ανώνυμος χρήστης