Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «συμβαίνω»

4.022 bytes αφαιρέθηκαν ,  πριν από 3 μήνες
befall
μ (Ανάκληση των αλλαγών 2A02:2149:8422:7C00:B00F:567B:A21A:F076 (συζήτηση) επιστροφή στην προηγούμενη αναθεώρηση Svlioras)
Ετικέτα: Επαναφορά
(befall)
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό Αντικατάσταση blanking
befall
=={{-grc-}}==
 
==={{ετυμολογία}}===
:'''{{PAGENAME}}''' < [[συν]] + [[βαίνω]]
 
==={{ρήμα|grc}}===
'''{{PAGENAME}}'''
#στέκομαι με τα πόδια ενωμένα (όπως οι [[κούρος|κούροι]])
#:*''ὅταν γάρ τι ἀπὸ τῆς γῆς ἄρασθαι βούλωνται, διαβαίνοντες πάντες μᾶλλον ἢ '''συμβεβηκότες''' ἐπιχειροῦσιν αἴρεσθαι.'' :όπως και οι άνθρωποι, όταν θέλουν να σηκώσουν κάτι από τη γη, ανοίγουν τη δρασκελιά τους μάλλον παρά προσπαθούν να το σηκώσουν με ενωμένα τα πόδια (Ξενοφών)
# προστίθενται, μαζεύονται, συμπίπτουν όλα μαζί, [[συμπίπτω]] απλώς, [[συμφωνώ]] με κάτι άλλο, [[ταυτίζομαι]]
#:*'''συμβαίνει''' κακοῖς'' : συνέπεσαν κι άλλα κακά
#:*''ὅ τε χρόνος τῆς ἐκθέσιος τῇ ἡλικίῃ τοῦ παιδὸς '''συμβαίνειν''''' : ο χρόνος της έκθεσης <η εποχή που είχαν αφήσει έκθετο το νεογέννητο βασιλόπουλο> συνέπιπτε με την ηλικία του αγοριού αυτού
#:''εἰς ταὐτὸ '''συμβαίνουσι''' τοῖς ἐμοῖς στίβοις'' : τα χνάρια είναι ίδια με τις δικές μου πατημασιές
# [[συναντώ]],
#:*'''''σὺν δ᾽ ἔβη''' ἐν Φιλότητι''
#:*'''ξυμβέβηκε''' δ᾽ οὐδαμοῦ: δεν έχω απαντήσει ποτέ κάτι τέτοιο, δεν έχω καμία σχέση με αυτό, δεν βρέθηκε στο δρόμο μου
# {{μτφρ}} [[συμβαδίζω]], [[συμβιβάζομαι]], [[συμφωνώ]], [[υποχωρώ]], συνήθως την ίδια εποχή με κάποιον άλλο
#:*''ὑπὸ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους τοῦ θέρους τούτου καὶ οἱ Πλαταιῆς οὐκέτι ἔχοντες σῖτον οὐδὲ δυνάμενοι πολιορκεῖσθαι '''ξυνέβησαν''' τοῖς Πελοποννησίοις τοιῷδε τρόπῳ'' : την ίδια εποχή του καλοκαιριού εκεινου και οι Πλαταιείς ήρθαν σε συμφωνία με τους Πελοποννήσιους γιατί δεν είχαν σιτάρι ούτε δυνάμεις να αντέξουν πλιορκία
#:*'''''ξυνέβησαν''' δὲ καὶ Βυζάντιοι ὥσπερ καὶ πρότερον ὑπήκοοι εἶναι.'' : συμφώνησαν τότε και οι κάτοικοι του Βυζαντίου να ξαναγίνουν υπήκοοι με το καθεστώς που είχαν πριν
#:*''οὐ γὰρ ἂν '''ξυμβαῖμεν''' ἄλλως ἢ 'πὶ τοῖς εἰρημένοις ὥστ᾽ ἐμὲ σκήπτρων κρατοῦντα'' : δεν θα τα βρούμε αλλιώς παρά αν γίνουν όσα είπα, να κρατήσω το σκήπτρο...
 
===={{συγγενικά}}====
*[[σύμβασις]]
*[[σύμβαμα]]
*[[συμβασείω]]
*[[συμβατικός]]
*[[συμβατήριος]]
*[[συμβάν]] (το γεγονός) συμβάντα (τα γεγονότα)
* το [[συμβεβηκός]] (το τυχαίο γεγονός, η σύμπτωση)
 
==={{εκφράσεις}}===
*'''τοῦ συμβαίνοντός ἐστι''' : αυτά τα πράγματα συμβαίνουν, αυτό μπορεί εύκολα να γίνει, συμβαίνει συχνά, τυχαία
* '''κατά συμβεβηκός''' : από ατύχημα, κατά κακή-καλή [[συγκυρία]], κατά [[σύμπτωση]], [[τυχαία]]
 
{{κοιτ}} [[συμβαίνει]]
{{κλείδα-ελλ}}
Ανώνυμος χρήστης