Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «υφαρπάζω»

(ετυ.+αρχαίο. Κλίση: και η παθ. φωνή. Η αρχαία κλίση του επισκέπτη, στο ὑφαρπάζω)
# καταφέρνω να [[αποσπώ|αποσπάσω]] κάτι από κάποιον με επιτήδειο τρόπο
#: ''δεν μπορείς να '''υφαρπάξεις''' τη συγκατάθεσή μου''
 
===={{συνώνυμα}}====
* [[σφετερίζομαι]]
 
===={{συγγενικά}}====
* [[υφαρπαγή]]
* ''και'' {{βλ|αρπάζω}}
 
===={{κλίση}}====
218.941

επεξεργασίες