Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «υφαρπάζω»

ετυ.+αρχαίο. Κλίση: και η παθ. φωνή. Η αρχαία κλίση του επισκέπτη, στο ὑφαρπάζω
Ετικέτες: Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό
(ετυ.+αρχαίο. Κλίση: και η παθ. φωνή. Η αρχαία κλίση του επισκέπτη, στο ὑφαρπάζω)
{{προσχέδιο}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{ετυμ|grc|el|ὑφαρπάζω}} > ὑφ- ([[ὑπό]]) + [[ἁρπάζω]]. Συγχρονικά [[υπο-|υφ- (υπο-)]] + [[αρπάζω]].
 
==={{ρήμα|el}}===
'''{{PAGENAME}}'''{{el-ρήμα|αορ=υφάρπαξα|αορ2=υφήρπασα|π-εν=υφαρπάζομαι|π-αορ=υφαρπάχθηκα|μππ=υφαρπαγμένος}}
'''{{PAGENAME}}'''
# [[οικειοποιούμαι]] κάτι που δεν είναι δικό μου με [[επιτήδειος|επιτήδειο]] τρόπο
#: ''μου '''υφάρπαξε''' τα έγγραφα''
 
===={{κλίση}}====
''Και λόγιος αόριστος'': '''υφήρπασα'''<br>
{{el-κλίσ-'αλλάζω'}}
{{el-κλίσ-'δηλώνομαι'|χαορ=χτ|χμτχ=γμ}}
 
===={{μεταφράσεις}}====
<!-- * {{ku}} : {{τ|ku|ΧΧΧ}} -->
<!-- * {{hr}} : {{τ|hr|ΧΧΧ}} -->
 
{{μτφ-μέση}}
<!-- * {{la}} : {{τ|la|ΧΧΧ}} -->
<!-- * {{tr}} : {{τ|tr|ΧΧΧ}} -->
<!-- * {{fi}} : {{τ|fi|ΧΧΧ}} -->
 
{{μτφ-τέλος}}
 
{{κλείδα-ελλ}}
 
Αρχαία κλίση
 
Αοριστός
υφάρπασα
υφάρπασας
υφάρπασε
υφαρπάσαμεν
υφαρπάσατε
υφάρπασαν
218.941

επεξεργασίες