Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «έμφυτος»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
{{el-κλίσ-'όμορφος'}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{αρχετυμ|grc|el}} [[ἔμφυτος]]
 
==={{προφορά}}===
{{ΔΦΑ|ˈɛɱ.fi.tɔs|γλ=el}} {{α}}
{{ΔΦΑ|ˈɛɱ.fi.ti|γλ=el}} {{θ}}
{{ΔΦΑ|ˈɛɱ.fi.tɔ|γλ=el}} {{ο}}
 
==={{επίθετο|el}}===
'''{{PAGENAME}}, -η, -ο'''
* που υπάρχει στη φύση κάποιου από τη [[γέννηση|γέννησή]] του και δεν έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του ή μετά από αγωγή και μάθηση
*: ''έχει '''έμφυτη''' ενεργητικότητα και τόλμη''
 
===={{συνώνυμα}}====
* [[εγγενής]]
* [[σύμφυτος]]
 
===={{αντώνυμα}}====
* [[επίκτητος]]