Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «βλώσκω»

==={{ρήμα|grc}}===
'''{{PAGENAME}}'''
# ποιητικό ρήμα που σημαίνει [[έρχομαι]] και [[πάω]] αφού βρίσκω τα ψυχικά αποθέματα
#:''ἔστε δ᾽ ἂν '''μόλωσιν''', εἰς ἀφθονίαν παρέξειν ἔφη καὶ σιτία καὶ ποτά.'' : και μέχρι να βρούν το θάρρος και φτάσουν εκεί, θα τους παράσχει σε αφθονία τρόφιμα και ποτά
 
===={{συγγενικά}}====
*[[αὐτόμολος]] = λιποτάκτης, αυτός που βρήκε το θάρρος να αποστρατήσει και να ταχθεί στο αντίπαλο στράτευμα
*[[αὐτόμολος]]
*από τη [[νεοελληνική]] το '''μολών''' στη φράση '''[[μολών λαβέ]]''' =βρες τα ψυχικά αποθέματα (τόλμα) κι έλα πάρ' τα)
:'''ἀντιμολίαἀντιμωλία''' στη φράση '''δίκη κατ' [[αντιμολίααντιμωλία]]''' = δίκη που γίνεται παρουσία όλων των διαδίκων
:ως συνθετικό στο '''κεντρομόλος'''
 
Ανώνυμος χρήστης