Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ελκυστικός»

παράθεση ετυμολ. ορισμός και φράσεις
μ (ενημέρωση των interwikis, προσθήκη en)
(παράθεση ετυμολ. ορισμός και φράσεις)
=={{-el-}}==
{{προσχέδιο}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{λείπει[[ελκύω]] ηκαι ετυμολογία}}επίθημα [[-στικός]]
==={{επίθετο|el}}===
'''{{PAGENAME}}'''
 
# {{λείπει ο ορισμός}}
ο επιτήδειος να ελκύει κάτι προς τον εαυτόν του, ο [[θελκτικός]].
 
==={{φράσεις}}===
* «ελκυστική φυοιογνωμία»
* «ελκυστικοί τρόποι»
 
===={{μεταφράσεις}}====
6.173

επεξεργασίες