Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ύφος»

473 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 5 έτη
/* {{-el εκφράσεις
(→‎{{-el-}}: επέκταση ετυμολογίας και ορισμός)
(/* {{-el εκφράσεις)
 
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}, αρχική σημασία η [[υφή]], το είδος της ύφανσης[[ύφανση]]ς και μεταγενέστερα ο τρόπος της πλοκής[[πλοκή]]ς των λέξεων και φράσεων: «αυστηρό ύφος, «ειρωνικό ύφος, «αλλαζονικό ύφος» κ.α.
# ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος χειρίζεται τη γλώσσα, επιλέγει τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει, προτιμά ή αποφεύγει συγκεκριμένα είδη προτάσεων και σχημάτων λόγου, προκειμένου το κείμενό του να επιτύχει τους συγκεκριμένους επικοινωνιακούς στόχους του συγγραφέα του
#: '''''ύφος''' απλό ή υψηλό ή γλαφυρό''
#: ''Δε μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος. Έχει πολύ '''ύφος'''
 
===={{παράγωγασύνθετα|el}}====
* [[υφάκιυφυμένιον]]
* [[υφόπλεγμα]]
* [[υψαύχην]], ο υψώνων τον αυχεύνα, αυτός που κρατά ψηλά το κεφάλι και επομένως [[αγέρωχος]]. επαρμένος, ακατάδεκτος.
 
===={{εκφράσεις|el}}
*«σαράντα καρδιναλίων»
*«έχει το ύφος κατακτητού»
 
===={{μεταφράσεις}}====
6.173

επεξεργασίες