Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «προφύλαξη»

μ (ενημέρωση των interwikis, προσθήκη chr)
# [[μέριμνα]], [[φροντίδα]], λήψη [[μέτρo|μέτρων]] για [[προστασία]] προτού συμβεί κάτι, [[προληπτικά]]
#:''Οι ηλικιωμένοι χρειάζονται '''προφύλαξη''' από το κρύο, γιατί τυχόν πνευμονία μπορεί να αποβεί μοιραία''
# πρόχειρος τρόπος αναφοράς στα μέτρα αυτά καθαυτά που παίρνει κάποιος για να προφυλαχθεί
# μέσα [[αντισύλληψη]]ς και προστασίας από μολύνσεις κατά την [[συνουσία]]
#:''Πρέπει να παίρνεις '''προφυλάξεις''' παιδί μου όταν κάνεις σεξ''
 
Ανώνυμος χρήστης