Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «βογκητό»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
: '''{{PAGENAME}}''' < [[βογκώ]] < {{μσν}} [[βογκίζω]] και [[βογκῶ]] < {{ελνστ}} [[γογγύζω]]
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}} (κανονική γραφή βογγητό, αλλά επικράτησε το '''γκ''')
# ο βαθυς αναστεναγμός από ηδονή ή πόνο, άναρθρη φωνή, [[βόγκος]]
#ο [[ρόχθος]], η βοή της θάλασσας, των κυμάτων, του ανέμου
Ανώνυμος χρήστης