Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «πλήρης»

=={{-el-}}==
{{el-κλίσ-'πλήρης'|πλήρ}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{λείπειαρχ|}} η< ετυμολογία{{ιε}} *pleh₁-r-
 
==={{επίθετο|el}}===
'''{{PAGENAME}}, -ης, -ες'''
# που έχει γεμίσει και δε χωράει άλλο
#:{{συνων}} [[γεμάτος]], [[φίσκα]]
# με μεγάλη ποσότητα από κάτι, [[γεμάτος]]
#* '''πλήρης ημερών''': για κάποιον που έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα
#* {{μτφρ}} : '''''''πλήρης''' χαράς''
# [[ολοκληρωμένος]], χωρίς ελλείψεις
#: {{συνων}} [[κομπλέ]]