Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «κορίτσι»

37 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 7 έτη
μορφ
(μορφ)
=={{-el-}}==
{{el-κλίσ-'τραγούδι'}}
 
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{ελνστ}} '''κορίτσι(ν)''' < {{αρχ}} [[κόρη]]
: από το αρχαίο ελληνικό κόρη
 
==={{προφορά}}===
# η νεαρή κοπέλα με την οποία έχει κάποιος δεσμό
# η [[παρθένα]]
#::{{συνων}} [[φιγιέρα]]
 
===={{μεταφράσεις}}====
{{μτφ-αρχή}}