Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «άβυσσος»

740 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 7 έτη
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{θ}}
# (ορισμός) μεγάλο [[ωκεανός|ωκεάνειο]] βάθος και, ειδικότερα, εκείνο μέχρι του οποίου δεν φθάνει το ηλιακό φώς
# μεγάλο και απότομο βάθος σε [[πηγάδι]], [[λίμνη]], [[θάλασσα]]
# (συνκδ.) η ίδια η [[θάλασσα]]: «''...και σκότος ήν επάνω της '' '''''αβύσσου...'''''» (Γένεσις 1,2)
# βαθύ [[χάσμα]] γης, [[βάραθρο]]
# μεγάλο και απότομο βάθος σε υδάτινη (λίμνη, ποτάμι) ή γήινη επιφάνεια (φαράγγι, γκρεμός, βάραθρο κ.ο.κ.)
# απέραντη, αμέτρητη, χαώδης [[έκταση]]
# ο οιοσδήποτε -τεραστίου μεγέθους- ανεξερεύνητος χώρος, «''η '''άβυσσος''' του σύμπαντος''»
# (''μεταφορικά'') το πιο βαθύ σημείο της ψυχής, της καρδιάς
# (μεταφορ.) μεγάλη ποσότητα ή μεγάλη διαφορά, «''τρώει την'' '''''άβυσσο'''''», «''με αυτόν, μας χωρίζει'' '''''άβυσσος'''''»
# (''μεταφορικά''μεταφορ.) το πιο βαθύ σημείο της ψυχής, της καρδιάς, «'''''άβυσσος''''' ''η ψυχή των ανθρώπων''»
 
===={{μεταφράσεις}}====
Ανώνυμος χρήστης