παρατσούκλι: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

μ (απλοποίηση προτ. κλίσης)
=={{-el-}}==
 
{{el-κλίσ-'τραγούδι'}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{μσν|παρατσούκλιον}} (ίσως: < {{ελνστ|παράτιτλον}} < [[τίτλος]])
Το επίκλην = τουπίκλην = τουπικλιάζω = τουπ’κλιάζω= τσουκλιάζω [Τζια] = τσούκλι [Τζια] = παρατσούκλι. Πρβ. Σκαρλάτου Βυζαντίου, Λεξικόν της καθ’ ημάς Ελληνικής Διαλέκτου, έκδ. γ΄, εκδότης Ανδρέας Κορομηλάς, 1874: “Παρατσούκλι (Οποία διαφθορά, αν ην’ από το) «Τουπίκλην!» Επίκλησις (Παυσαν. Ηλ. Α΄), sobriquet, ίδε και Παρανόμι = επίκλην [το], surnom.”. Πρβ. επίσης Χαράλαμπο Συμεωνίδη, Εισαγωγή στην Ελληνική Ονοματολογία, εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 103: “Παρωνύμια: Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούν τις εκφράσεις: την κλήσιν, την επίκλησιν, το επίκλην, τουπίκλην”.-
 
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}
* ένα περίεργο συνήθως [[όνομα]] με το οποίο φωνάζουν κάποιον επειδή ταιριάζει στην εμφάνισή του ή σε κάτι άλλο πάνω του. ή για να τον κοροϊδέψουν
 
===={{συνώνυμα}}====
*[[παρανόμι]]
*[[παρωνύμιο]]
 
===={{μεταφράσεις}}====