Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «κοντός»

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
{{=el=}}
{{-ετυμ-}}
* κοντός < από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό ''κοντός'' < [[κοντάρι]]
 
{{-επιθ-}}
'''{{PAGENAME}}''' '''-ή, -ό'''
* (για άνθρωπο, ηή άλλο ζωντανό ον) που έχει μικρό [[ανάστημα]]
* (για αντικείμενο) που έχει μικρό [[ύψος]]
 
{{-αντ-}}
Κοντός, -η, -ο
Αντίθετο* [[ψηλός]]
(για άνθρωπο, η άλλο ζωντανό ον) που έχει μικρό ανάστημα
(για αντικείμενο) που έχει μικρό ύψος
 
Αντίθετο [[ψηλός]]
 
 
{{-μτφ-}}
 
 
{| border=0 width=100%
|-
16.110

επεξεργασίες