dépendance: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μΧωρίς σύνοψη επεξεργασίας
μΧωρίς σύνοψη επεξεργασίας
# [[εθισμός]], [[εξάρτηση]]
#: '''''dépendance''' physique et psychique à la morphine'' : ''φυσιολογική και ψυχολογική εξάρτηση από τη μορφίνη''
# [[εξάρτηση]] από κάποιον, [[υποταγή]] σε κάποιον
#: ''être dans/sous la '''dépendance''' de quelqu'un'' : ''εξαρτώμαι/είμαι εξαρτημένος από κάποιον''
# (''για κτίρια'') {{θπλ}} βοηθητικοί, προσκείμενοι χώροι