Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ὀνθυλεύω»

μ
(Νέα σελίδα: =={{-grc-}}== ==={{ετυμολογία}}=== : '''{{PAGENAME}}''' < {{λείπει η ετυμολογία|grc}} ==={{ρήμα|grc}}=== '''{{PAGENAME}}''' (& μονθυλ...)
 
# [[μαγειρεύω]]
# βάζω [[γέμιση]] σε [[κρέας]], [[παραγεμίζω]]
#: ''Tὰ δὲ τῶν μαγείρων ἔργα ἀφεῦσαι, εὗσαι, καθῆραι, κόψαι, τεμεῖν διατεμεῖν, ῥαχίσαι, ἑψῆσαι, ὀπτῆσαι, ἐπανθρακῶσαι, μάξαι, διηθεῖν, διαττᾶν, ἀποβράττειν, τρίβειν ἐν θυΐᾳ, σταθεύειν, ἡδύνειν, ἀρτύειν, σκευάζειν, '''ὀνθυλεύειν'''.'' ([[w:Ιούλιος Πολυδεύκης|Ιούλιος Πολυδεύκης]], Ονομαστικόν, 6, 91, 6)
# '''ὠνθυλευμένος''': [[παραγεμιστός]]