Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «επιπλώνω»

ορ, fr
μ
(ορ, fr)
=={{-el-}}==
 
{{προσχέδιο}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{μτφδ}} {{ετυμ frofr}} '''[[ameubler''']]
 
==={{ρήμα|el}}===
'''{{PAGENAME}}'''
# εφοδιάζω με [[έπιπλο|έπιπλα]], βάζω έπιπλα σε ένα χώρο
 
===={{μεταφράσειςκλίση}}====
{{el-κλίσ-'ενώνω'|επιπλώ|επίπλω|επιπλω}}
 
===={{μεταφράσεις}}====
{{μτφ-αρχή}}
* {{en}} : {{τ|en|furnish}}
<!-- * {{bg}} : {{τ|bg|XXX}} -->
<!-- * {{br}} : {{τ|br|XXX}} -->
<!-- * {{fr}} : {{τ|fr|XXXmeubler}} -->
<!-- * {{de}} : {{τ|de|XXX}} -->
<!-- * {{eo}} : {{τ|eo|XXX}} -->