Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «δολοπλοκώ»

μ
μ (..)
 
==={{ρήμα|el}}===
'''{{PAGENAME}}'''{{el-ρήμα|, παρατατικός:''δολοπλοκούσα|'', μέλλοντας στιγμιαίος: ''θα δολοπλοκήσω|'', αόριστος: ''δολοπλόκησα|'', παθ. φωνή ''δολοπλοκούμαι}}'', μετοχή παθ. ενεστώτα: ''δολοπλοκούμενος''.
# (μτβ.) Κάνω δόλιες ενέργειες για να πετύχω το σκοπό μου: ''οι επίδοξοι διάδοχοι του Βασιλιά ''δολοπλοκούσαν'' ώστε ο Μονάρχης να ανατραπεί''.
 
===={{συγγενικά))}}====
*[[δολοπλοκία]]
*[[δολοπλόκος]]
126

επεξεργασίες