Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «τορπιλίζω»

μ
'''{{PAGENAME}}'''
# {{μτβ}} χτυπώ χρησιμοποιώντας τορπίλη: ''ο στόλος '''τορπίλισε''' το εχθρικό υποβρύχιο, με αποτέλεσμα να βυθιστεί.''
 
# {μεταφορικά) εμποδίζω με δόλιες ενέργειες να πραγματοποιηθεί κάτι: ''Ο πολιτικός επέλεξε να '''τορπιλίσει''' τις συνομιλίες με το αντίπαλο κόμμα, ώστε να παραταθεί η πολιτική αβεβαιότητα.''
 
126

επεξεργασίες