Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «διακοπή»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
#: ''η '''διακοπή''' της συνεδρίασης''
#* η προσπάθεια να αποβάλει κάποιος μια βλαβερή συνήθεια
#*: ''η '''διακοπή''' του καπνίσματος'' (το [[κόψιμο]])
#* '''διακοπή [[κύηση]]ς''': η [[άμβλωση]]
# το αποτέλεσμα του [[διακόπτω]]
#* [[ανωμαλία]] ή [[βλάβη]]
#*: ''η απεργία της ΔΕΗ προκάλεσε πολλές '''διακοπές''' ρεύματος''
# (''στον πληθυντικό'') {{βλ|διακοπές}}
 
66.304

επεξεργασίες