Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «άρθρο»

2.090 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 9 έτη
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Νέο Σύστημα)
{{προσχέδιο}}
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < από παθ. αόριστο του [[αραρίσκω]] ([[εφαρμόζω]], [[συνάπτω]])
: '''{{PAGENAME}}''' < {{λείπει η ετυμολογία}}
<!--==={{προφορά}}===
{{ΔΦΑ}}-->
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}
#μέρος ενός συνόλου, το οποίο προσαρτάται, συνάπτεται σε κάτι μεγαλύτερο ή σημαντικότερο χωρίς όμως να αποτελεί απλό [[εξάρτημα]] αλλά [[βασικός|βασικό]] τμήμα του
# {{λείπει ο ορισμός}}
#: '''μέρος το λόγου''', με τρία γένη, κλιτό, που μπαίνει [[διευκρινιστικός|διευκρινιστικά]] μπροστά από τα ονόματα
#::'''το''', '''η''', '''ο''', '''ένας''', '''μία''' κ.λπ.
#: μέρος ενός νόμου ο οποίος είναι σε ισχύ, αλλά που τα άρθρα του μπορεί κατά καιρούς να τροποποιούνται, [[βασικός|βασικό]] μέρος του συνόλου ενός [[θρησκευτικός|θρησκευτικού]] δόγματος, όρος ή τμήμα ενός [[καταστατικός|καταστατικού]], ιδιωτικού [[συμφωνητικό|συμφωνητικού]]
#:: "το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ' '''άρθρον''' και επί του συνόλου"
#::"τα '''άρθρα''' της πίστεως"
#:μέρος του σώματος ανθρώπου ή εντόμου, το τμήμα μεταξύ δύο [[άρθρωση|αρθρώσεων]]
#:κείμενο σε [[εφημερίδα]] που περιέχει κριτική και προσωπικές θέσεις, σε αντιδιαστολή προς το [[ρεπορτάζ]] που [[κανονικά]] αποτελεί απλή αναφορά γεγονότων και δεν περιλαμβάνει κρίσεις.
#:: στο '''κύριο άθρο''' της η εφημερίδα πήρε θέση τελικά υπέρ του Τάδε υποψηφίου της Ν.Δ.
 
===={{συγγενικά}}====
*[[άρθρωση]]
*[[αρθρίτιδα]]
*[[διαρθρωτικός]]
 
 
===={{σύνθετα}}====
*[[έναρθρος]]
*[[άναρθρος]]
*[[αρθρογραφώ]]
 
 
 
===={{μεταφράσεις}}====
Ανώνυμος χρήστης