στερητικός: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

μ
Νέο Σύστημα
μ (αλλαγή των πινάκων μεταφράσεων σε κρυμμένους τύπους)
μ (Νέο Σύστημα)
=={{=-el=-}}==
{{el-κλίσ-'καλός'|στερητικ}}
 
==={{ετυμολογία}}===
{{-ετυμ-}}
: '''{{PAGENAME}}''' < [[στέρηση]]
==={{προφορά}}===
{{-προφ-}}
{{ΔΦΑ|stɛ.ɾi.ti.ˈkɔs}} {{α}}
{{ΔΦΑ|stɛ.ɾi.ti.ˈci}} {{θ}}
{{ΔΦΑ|stɛ.ɾi.ti.ˈkɔ}} {{ο}}
==={{-επιθ-επίθετο|el}}===
'''{{PAGENAME}}, -ή, -ό'''
# που έχει σχέση με τη [[στέρηση]]
# (''γλωσσολογία'') '''στερητικό [[μόριο]]''': το πρόθημα των σύνθετων λέξεων που δηλώνουν [[άρνηση]], [[έλλειψη]] ή [[στέρηση]] αυτού που εκφράζει το β' συνθετικό
 
===={{συγγενικά}}====
{{-συγγ-}}
* [[στερημένος]]
* [[στέρηση]]
* [[στερώ]] και [[στερούμαι]]
 
===={{μεταφράσεις}}====
{{-μτφ-}}
 
{{μτφ-αρχή}}
1.402.835

επεξεργασίες