inquiéter: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

527 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 12 έτη
ορισμοί, συνώνυμα, αντώνυμα, συγγενικά
(-)
(ορισμοί, συνώνυμα, αντώνυμα, συγγενικά)
 
{{-ρημ-|fr|inquieter}}
{{τ|fr|{{PAGENAME}}}} {{μτβ}}
# {{παρωχ}} [[ταράζω]] την [[ηρεμία]], την [[ησυχία]] (κάποιου)
# {{μτβ}} [[ανησυχώ]] κάποιον, προκαλώ [[ανησυχία]] σε κάποιον
#:: {{συνων}} [[agiter]], [[troubler]]
# [[προκαλώ]] διαρκώς κάποιον
#:: {{συνων}} [[harceler]]
# {{αθλητ|fr}} [[απειλώ]]
# {{μτβ}} [[ανησυχώ]] κάποιον, προκαλώ [[ανησυχία]] σε κάποιον
#:: {{συνων}} [[alarmer]], [[angoisser]], [[ennuyer]], [[tourmenter]], [[tracasser]], [[travailler]], [[troubler]]
 
{{-αντων-}}
* [[apaiser]], [[calmer]], [[rassurer]], [[tranquilliser]]
 
{{-συγγ-}}
* [[inquiet]]
* [[inquiétant]]
* [[inquiétude]]
 
[[en:inquiéter]]