Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «μαγειρεύω»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
{{=el=}}
 
{{προσχέδιο}}
{{-ετυμ-}}
: '''{{PAGENAME}}''' < {{προσχέδιο-ετυμελνστ}} < {{αρχ}} [[μάγειρος]]
{{-ρημ-|el}}
'''{{PAGENAME}}'''
# [[παρασκευάζω]] [[φαγητό]] συνδυάζοντας υλικά, συνήθως χρησιμοποιώντας κάποια πηγή θερμότητας
: {{προσχέδιο-ορισμ}}
# {{μτφρ}} [[ετοιμάζω]] κάτι, συνήθως ύποπτο, κρυφά από άλλους
# {{μτφρ}} [[παραποιώ]] αποτελέσματα με τρόπο έντεχνο, ώστε να δείχνουν αυτό που θέλω
#: ''τι '''μαγειρεύετε''' εσείς οι δυο εκεί στα κρυφά;''
#: ''μου φαίνεται ότι εδώ ο ερευνητής έχει '''μαγειρέψει''' λίγο τα αποτελέσματα της έρευνάς του
 
{{-συγγ-}}
* [[μαγειρευτός]]
 
{{-μτφ-}}
<!-- Βγάλτε τα βελάκια για να εμφανιστεί κάθε γλώσσα -->
{{(}}
* {{en}} : {{τ|en|cook}} (1)
<!-- * {{ar}} : {{τ|ar|XXX}} -->
<!-- * {{vi}} : {{τ|vi|XXX}} -->
66.304

επεξεργασίες