Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «εφευρίσκω»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
{{=el=}}
 
{{-ετυμ-}}
: '''{{PAGENAME}}''' < {{αρχ}} [[ἐφευρίσκω]] < [[ἐπί]] + [[εὑρίσκω]]
 
{{-προφ-}}
{{ΔΦΑ|ɛ.fɛ.ˈvɾi.skɔ}}
 
{{-ρημ-|el}}
'''{{PAGENAME}}''' {{el-ρήμα|εφεύρισκα|εφεύρω|εφηύρα|εφευρίσκομαι|}}
# [[ανακαλύπτω]] κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως
 
{{-μτφ-}}
{{(}}
* {{en}} : to {{τ|en|invent}}
<!-- * {{ar}} : {{τ|ar|XXX}} -->
<!-- * {{bg}} : {{τ|bg|XXX}} -->
Ανώνυμος χρήστης