Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «τολμηρός»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
{{=el=}}
{{el-κλίσ-'καλός'|τολμηρ}}
{{-ετυμ-}}
: '''{{PAGENAME}}''' < {{αρχ}} [[τολμηρός]]
 
{{-προφ-}}
{{ΔΦΑ|tɔl.mi.ˈɾɔs}} {{α}}
 
{{ΔΦΑ|tɔl.mi.ˈɾi}} {{θ}}
{{ΔΦΑ|tɔl.mi.ˈɾɔ}} {{ο}}
{{-επιθ-|el}}
{{el-κλίσ-'καλός'|τολμηρ}}
'''{{PAGENAME}}, -ή, -ό'''
# που δε [[διστάζω|διστάζει]] να κάνει [[επικίνδυνος|επικίνδυνες]] [[ενέργεια|ενέργειες]], για να [[υπερνικώ|υπερνικήσει]] [[εμπόδιο|εμπόδια]]
Ανώνυμος χρήστης