Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «δέρνω»

1.001 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 11 έτη
καμία σύνοψη επεξεργασίας
(Ετυμολογία)
{{=el=}}
 
{{προσχέδιο}}
{{-ετυμ-}}
: '''{{PAGENAME}}''' < {{αρχ}} [[δέρω]]
{{-προφ-}}
{{ΔΦΑ|'ðɛɾ.nɔ}}
{{-ρημ-|el}}
'''{{PAGENAME}}''' (''μεσοπαθητικό'' '''[[δέρνομαι]]''')
# χτυπάω κάποιον με το χέρι ή με άλλο όργανο
* {{προσχέδιο-ορισμ}}
#: {{συνων}} [[βαρώ]], [[καταχερίζω]], [[ξυλοφορτώνω]], [[ξυλοκοπώ]]
#:: ''κάποιοι αλήτες τον '''έδειραν''' για πλάκα''
# [[εκτίθεμαι]] σε κάτι που πέφτει πάνω μου με [[ορμή]]
#: {{συνων}} [[ριπίζω]]
#:: ''η χιονοθύελλα τους '''έδερνε''' πολλή ώρα, μέχρι να φτάσουν στο καταφύγιο''
# βάζω κάποιον σε [[ταλαιπωρία|ταλαιπωρίες]], προκαλώ σε κάποιον δεινά
#: {{συνων}} [[βασανίζω]], [[παιδεύω]], [[ταλαιπωρώ]], [[τυραννώ]]
#:: ''τους έχει '''δείρει''' η θλίψη κι η μοναξιά''
# (''για ιδιότητα'') [[χαρακτηρίζω]]
#:: ''τι εγωισμός σας '''δέρνει'''!''
 
{{-μτφ-}}
* {{fr}} : {{ξεν|fr|battre}}
{{-}}
* {{de}} : {{ξεν|de|schlagen}}, {{ξεν|de|prügeln}}
<!-- * {{eo}} : {{ξεν|eo|XXX}} -->
<!-- * {{et}} : {{ξεν|et|XXX}} -->
16.110

επεξεργασίες