Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «αναξιόπιστος»

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
{{=el=}}
'''Αναξιόπιστ-ος, η ο (επιθετο) αυτός που δεν είναι άξιος να γίνει πιστευτός, ο ανάξιος εμπιστοσύνης. (ουσιστικό αναξιοπιστία)'''
 
{{-ετυμ-}}
: '''{{PAGENAME}}''' < [[αν-]] στερητικό + [[αξιόπιστος]]
{{-επιθ-|el}}
'''{{PAGENAME}} -η -ο'''
'''Αναξιόπιστ-ος, η ο (επιθετο) αυτός* που δεν είναι άξιος να γίνει πιστευτός, ο ανάξιος εμπιστοσύνης. (ουσιστικό αναξιοπιστία)'''
 
{{-συγγ-}}
* [[αναξιοπιστία]]
 
{{-μτφ-}}
<!-- Βγάλτε τα 'βελάκια' για να εμφανιστεί η κάθε γλώσσα -->
 
{{(}}
66.301

επεξεργασίες