Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «αναξιόπιστος»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
'''Αναξιόπιστ-ος, η ο (επιθετο) αυτός που δεν είναι άξιος να γίνει πιστευτός, ο ανάξιος εμπιστοσύνης. (ουσιστικό αναξιοπιστία)'''
{{=el=}}
{{προσχέδιο}}
 
{{-ετυμ-}}
: '''{{PAGENAME}}''' < {{προσχέδιο-ετυμ}}
{{-επιθ-|el}}
'''{{PAGENAME}}'''
* {{προσχέδιο-ορισμ}} <!-- Βγάλτε το πρότυπο και γράψτε τον ορισμό -->
: <!-- ''Πρόταση-παράδειγμα.'' -->
 
<!-- {{-συγγ-}}
* [[]] -->
 
{{-μτφ-}}
<!-- Βγάλτε τα 'βελάκια' για να εμφανιστεί η κάθε γλώσσα -->
 
{{(}}
Ανώνυμος χρήστης