Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Εδουαρδόπουλος Εδουαρδόπουλοι & Εδουαρδοπουλαίοι1
γενική Εδουαρδόπουλου
& Εδουαρδοπούλου
Εδουαρδόπουλων2 & Εδουαρδοπουλαίων
αιτιατική Εδουαρδόπουλο Εδουαρδόπουλους3 & Εδουαρδοπουλαίους
κλητική Εδουαρδόπουλε Εδουαρδόπουλοι & Εδουαρδοπουλαίοι
 1. οι δεύτεροι τύποι, προφορικοί, οικείοι
 2. παρωχημένη γενική πληθυντικού: Εδουαρδοπούλων
 3. παρωχημένη αιτιατική πληθυντικού: Εδουαρδοπούλους

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Εδουαρδόπουλος < + -όπουλος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Εδουαρδόπουλος αρσενικό (θηλυκό Εδουαρδοπούλου)

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία