Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Δραμινός < Δράμα + -ινος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Δραμινός αρσενικό, θηλυκό Δραμινή

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Δράμα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία