Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δονκιχωτισμός < Δον Κιχώτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δονκιχωτισμός αρσενικό και δονκιχοτισμός

  1. η μανία να διορθώνει κανείς τα στραβά και να υπερασπίζεται τους καταπιεσμένους, δηλαδή να προσπαθεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο και να λειτουργεί σαν ήρωας
  2. (ειρωνικά) η ανιδιοτελής, ρομαντική και ταυτόχρονα ουτοπική στάση που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο ο οποίος υπερασπίζεται κάποιο ιδανικό με τρόπο που δείχνει ότι δεν έχει επαφή με την καθημερινή πραγματικότητα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία