Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Διεθνής Κοινή Ονομασία (ΔΚΟ) < ελληνική απόδοση αγγλική International Nonproprietary Name (INN)

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

Διεθνής Κοινή Ονομασία θηλυκό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): η διεθνής κοινή ονομασία που λαμβάνουν τα φάρμακα και τα πάσης φύσεως φαρμακευτικά παρασκευάσματα και δραστικές ουσίες μετά την έγκρισή τους σε εμπορική διάθεση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία