Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Δηλεσιώτης < Δήλεσι + -ιώτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Δηλεσιώτης οι Δηλεσιώτες
      γενική του Δηλεσιώτη των Δηλεσιωτών
    αιτιατική τον Δηλεσιώτη τους Δηλεσιώτες
     κλητική Δηλεσιώτη Δηλεσιώτες
Παράρτημα

Δηλεσιώτης αρσενικό, θηλυκό Δηλεσιώτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από το Δήλεσι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία