Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Γάλλος Γαλλίδα Γάλλοι Γαλλίδες
γενική Γάλλου Γαλλίδας Γάλλων Γαλλίδων
αιτιατική Γάλλο Γαλλίδα Γάλλους Γαλλίδες
κλητική Γάλλε Γαλλίδα Γάλλοι Γαλλίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γαλλίδα < Γάλλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Γαλλίδα θηλυκό

  1. γυναίκα που κατάγεται από τη Γαλλία
  2. γυναίκα που έχει γαλλική ιθαγένεια ή υπηκοότητα
  3. (συνεκδοχικά) γυναίκα που κατοικεί στη Γαλλία
  4. (μεταφορικά) γυναίκα που έχει ασπαστεί έναν τρόπο ζωής που θυμίζει τη Γαλλία
    δείτε τη λέξη: γαλλοφιλία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία