Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Βελισάρης αρσενικό

  • ανδρικό όνομα, άλλη μορφή του Βελισάριος
    ※  προσερωτῶσιν οἱ ἄρχοντες «ποῦ 'ναι ὁ Βελισάρης
    ὁ θαυμαστός, ὁ φρόνιμος, ἀστεροδρόμος Ἄρης...;»
    Ανώνυμος Ριμάδα περὶ Βελισαρίου, στίχοι 896‑897. Διασκευή (1453‑1490)[1] του: Διήγησις Βελισαρίου (1390‑1399)[2]

  ΑναφορέςΕπεξεργασία