Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αυστριακός, -ή

  1. ο υπήκοος της Αυστρίας
  2. (μεταφορικά) παρατσούκλι του φίλαθλου που υποστηρίζει τον Ολυμπιακό Βόλου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: Αυστρία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία