Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Αρκτίδες
      γενική των Αρκτίδων
    αιτιατική τις Αρκτίδες
     κλητική Αρκτίδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αρκτίδες < άρκτος + -ίδες (1. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Ursids, 2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Ursidae)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αρκτίδες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (αστρονομία) βροχή διαττόντων (μετεώρων) που εμφανίζεται από τις 17 έως και τις 25 Δεκεμβρίου περίπου και προκαλούνται από τον κομήτη 8P/Tuttle, ενώ το ακτινοβόλο σημείο τους βρίσκεται κοντά στον αστέρα βʹ της Μικρής Άρκτου
  2. (ζωολογία) οικογένεια σαρκοφάγων θηλαστικών, όπως οι αρκούδες και άλλα συγγενικά τους γένη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία