Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Όσσα οι Όσσες
      γενική της Όσσας
    αιτιατική την Όσσα τις Όσσες
     κλητική Όσσα Όσσες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Όσσα θηλυκό

  1. (τοπωνύμιο) ορεώνυμο· όνομα βουνού
  2. (σπάνιο) γυναικείο όνομα