Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

üben (de)

  1. (για μουσικό όργανο) εξασκώ
  2. (για τους μυς) ασκώ, εξασκώ
  3. (για υπομονή) εκδηλώνω, εκφράζω
  1. εξασκούμαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία