Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

évacuant < évacuer

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό évacuant évacuants
θηλυκό évacuante évacuantes

évacuant (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία