Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

écologie 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

écologie (fr) θηλυκό

  1. η οικολογία
  2. (πολιτική) το κίνημα των οικολόγων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία