Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μηνυτής οι μηνυτές
      γενική του μηνυτή των μηνυτών
    αιτιατική τον μηνυτή τους μηνυτές
     κλητική μηνυτή μηνυτές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

μηνυτής < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό επεξεργασία

μηνυτής αρσενικό(θηλυκό μηνύτρια)

  Μεταφράσεις επεξεργασία