ΕΠΗΡΕΑΖΩ ἀλλὰ ΕΠΙΡΡΟΗ, γιατί;
Ἂν καὶ θὰ νόμιζε κανεὶς ὅτι πρόκειται γιὰ λέξεις τῆς ἴδιας οἰκογένειας παραγώγων, ἐν τούτοις δὲν εἶναι.


Ἔχουν ἐντελῶς διαφορετικὴ ἐτυμολογία.


ΕΠΙΡΡΟΗ < ἐπιρρέω < ἐπὶ +ῥέω.


Ἀρχικῶς, ἐπιρροή σήμαινε τὴν εἰσροή νεροῦ. Στὴν συνέχεια ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται καὶ μεταφορικῶς, καταλήγοντας στὰ νεώτερα ἑλληνικὰ νὰ ἀποδίδει τὸ γαλ. influence.


ΕΠΗΡΕΑΖΩ < ΕΠΗΡΕΙΑ < ἐπὶ + ἀρειή [ἀρειά= ἀπειλή, βλάβη/ ἄρα= κατάρα] ἢ ἐπὶ + ἔρις [μ᾿ ἔκταση φωνήεντος ἐν συνθέσει]


Στὰ ἀρχαῖα «ἐπηρεάζω» = φοβερίζω, ἀπειλῶ, ἐνοχλῶ, κακομεταχειρίζομαι. Στὴν πορεία ἡ λέξη «ἐπήρεια» πῆρε τὴν σημερινὴ ἔννοια λόγῳ ἀκουστικῆς σύμπτωσης κατὰ τὸν μεσαίωνα μὲ τὴν τότε λέξη «ἐπίρροια», ποὺ ἀντικατέστησε γρήγορα.


Ἐπιρροή καὶ ἐπήρεια ἔχουν τὴν σημασία τῆς ἐπίδρασης, ὅμως, ἡ λέξη ἐπήρεια («ὑπὸ τὴν ἐπήρεια», λέμε διαφόρων πραγμάτων ὄχι τόσο ἀνθρώπων) καὶ ἐπηρεάζω ἔχουν μία πιὸ ἀρνητικὴ χροιά. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν λέξη «ἐπιρροή» ποὺ ἔχει πιὸ μετριασμένη καὶ χρησιμοποιεῖται γιὰ ἐπιδράσεις σὲ πρόσωπα ἢ σὲ ἀποτελέσματα καταστάσεων, καὶ κυρίως σημαίνει ἐπίδραση ἀπὸ πρόσωπο καὶ ὄχι οὐσίες π.χ. Δὲν θὰ λέγαμε, δηλαδή, «ἡ ἐπιρροὴ τῶν ναρκωτικῶν» τόσο, ὅσο «ἡ ἐπήρεια τῶν ναρκωτικῶν» ἢ πιὸ σωστὰ «ἡ ἐπιρροὴ τοῦ τάδε πολιτικοῦ στὸν λαό» ἀπὸ «ἡ ἐπήρεια τοῦ τάδε πολιτικοῦ στὸν λαό»

Ἀναρτήθηκε ὑπό τὸν Φώτη Μιχαηλίδη

Επιστροφή στη σελίδα "επιρροή".